ἐπιβάλλω

ἐπι|βάλλω 1. кидать на что; возложить что на кого; 2. ['кидаться на что'] заниматься чем, подаваться куда

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐπιβάλλω" в других словарях:

  • επιβάλλω — επιβάλλω, επέβαλα βλ. πίν. 146 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιβάλλω — (AM ἐπιβάλλω) 1. ορίζω ως ποινή ή ως πρόστιμο («επιβάλλω ποινή, πρόστιμο, ζημίην, φυγήν, άργύριον» κ.λπ.) 2. απρόσ. ἐπιβάλλεται (Α ἐπιβάλλει) είναι απαραίτητο να, πρέπει να... 3. (το ουδ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) το επιβάλλον α. νεοελλ. i. η… …   Dictionary of Greek

  • ἐπιβάλλω — ἐπιβάλλον ephemeron neut nom/voc/acc dual ἐπιβάλλον ephemeron neut gen sg (doric aeolic) ἐπιβάλλω throw pres subj act 1st sg ἐπιβάλλω throw pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιβάλλω — επίβαλα και επέβαλα, επιβλήθηκα, επι(βε)βλημένος 1. μτβ., διατάζω, αναγκάζω: Επιβάλλω σιωπή. 2. μτβ., ορίζω (ποινή, πρόστιμο, τιμωρία): Το κράτος επέβαλε νέους φόρους. 3. το μέσ., επιβάλλομαι κατορθώνω να με υπακούουν, να με σέβονται, έχω επιβολή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιβάλῃ — ἐπιβάλλω throw aor subj mp 2nd sg ἐπιβάλλω throw aor subj act 3rd sg ἐπιβά̱λῃ , ἐπιβάλλω throw aor subj mid 2nd sg (doric) ἐπιβά̱λῃ , ἐπιβάλλω throw aor subj act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβαλοῦσι — ἐπιβάλλω throw aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπιβάλλω throw fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἐπιβάλλω throw fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβαλοῦσιν — ἐπιβάλλω throw aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπιβάλλω throw fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἐπιβάλλω throw fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβεβλημένα — ἐπιβάλλω throw perf part mp neut nom/voc/acc pl (epic) ἐπιβεβλημένᾱ , ἐπιβάλλω throw perf part mp fem nom/voc/acc dual (epic) ἐπιβεβλημένᾱ , ἐπιβάλλω throw perf part mp fem nom/voc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβάλετε — ἐπιβάλλω throw aor imperat act 2nd pl ἐπιβά̱λετε , ἐπιβάλλω throw aor subj act 2nd pl (epic doric) ἐπιβάλλω throw aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβάλλεσθε — ἐπιβάλλω throw pres imperat mp 2nd pl ἐπιβάλλω throw pres ind mp 2nd pl ἐπιβάλλω throw imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβάλλετε — ἐπιβάλλω throw pres imperat act 2nd pl ἐπιβάλλω throw pres ind act 2nd pl ἐπιβάλλω throw imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.